Οι μητροπολίτες Κοζάνης, Ιωακείμ και Ηλείας, Αντώνιος απαιτούν το σταμάτημα του εμφυλίου πολέμου

Το αίτημά τους διατύπωσαν σαν χθες, στις 25 Σεπτεμβρίου του 1947, σε επιστολή τους προς τον «κεντρώο» πρωθυπουργό του κόμματος των «Φιλελευθέρων», Θεμιστοκλή Σοφούλη. 

        Οι δύο ιεράρχες, όπως και άλλοι, όχι όμως η πλειοψηφία τους, πήραν μέρος στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα και, παρά την ηλικία τους, ανέβηκαν στο βουνό και μοιράστηκαν με τους αντάρτες τις κακουχίες και τις στερήσεις τους. Οργανώθηκαν στο Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο (Ε.Α.Μ.) και εξελέγησαν εθνοσύμβουλοι της «Πολιτικής Επιτροπής Εθνικήςς Απελευθέρωσης» (Π.Ε.Ε.Α.)-γνωστή και ως «Κυβέρνηση του βουνού» . 

       Για τη στάση τους αυτή, η Ιερά Σύνοδος τούς καθαίρεσε από Μητροπολίτες και τους διέσυρε. Ακόμα και σήμερα, μετά την επίσημη αναγνώριση της Εθνικής μας Αντίστασης, μολονότι πέρασαν πάνω από 70 χρόνια, η πολιτεία δεν απέτισε φόρο τιμής και αναγνώρισης στο πλήθος των άξιων εκπροσώπων του κατώτερου κλήρου και των ιεραρχών που στάθηκαν στο πλευρό και τους αγώνες του πάσχοντος ελληνικού λαού.

      Σε αντίθεση με τον ανώτερο κλήρο, που έμεινε ασυγκίνητος από το δράμα του σκλαβωμένου ελληνικού λαού, ο κατώτερος, ο λαϊκός, πήρε μαζικά και δυναμικά μέρος στην Αντίσταση και πρόσφερε μεγάλες θυσίες. Απλοί κληρικοί εντάχθηκαν στο Ε.Α.Μ., πολέμησαν και πολλοί έπεσαν για την πατρίδα. Εκτιμάται ότι σκοτώθηκαν από τους Γερμανούς κατακτητές πάνω από 140 αρχιμανδρίτες, παπάδες, διάκονοι, ηγούμενοι, καλόγεροι, καλόγριες.

     Για την πλειοψηφία των των ιεραρχών, οι οποίοι στάθηκαν απέναντι και όχι στο πλάι του λαού, που πέρασαν με το μέρος των κατακτητών, ο Μητροπολίτης Κοζάνης, Ιωακείμ έγραφε σε άρθρο του στην εφημερίδα «Ελεύθερη Ελλάδα», ότι: «Η ιεραρχία ηκολούθησε το παράδειγμα των στρατιωτικών, των πλειόνων πολιτικών και των αστικών τάξεων. Και αφήκεν την τιμήν της ηγεσίας εις τον λαόν και εις τους εκλεκτούς εκ των ηγέτιδων τάξεων. Εις εποχήν μεταστοιχειώσεως των πάντων εστέρησεν τους απολογητάς και υποστηρικτάς της του μεγαλυτέρου επιχειρήματος διά την χρησιμότητά της κοινωνικήν και εθνικήν. Και διήγειρε εναντίον της τα ζωτικότερα στοιχεία του έθνους. Διότι όχι μόνον δεν ηγωνίσθη συντεταγμένη ως Εκκλησία, ως Ιεραρχία, ως ανώτερος κλήρος με τα θύματά του, με τους μάρτυρες και ήρωές της. Ας έπιπτον εις τον αγώνα και μερικοί, δε θα χαλούσε ο κόσμος, έπεσαν τόσα άλλα εκλεκτά τέκνα της φυλής. Αλλά και επολέμησε τον απελευθερωτικό αγώνα. Και εις την πάλην μεταξύ πατριωτών και προδοτών εθόλωσε τα νερά και την όρασιν του λαού. Μερικοί δε Αρχιερείς περιερχόμενοι τους ιερούς ναούς της πρωτευούσης και ιερουργούντες, επέσειον τους κεραυνούς του Ουρανού κατά του ΕΑΜ και ΕΛΑΣ και των άλλων οργανώσεων του Αγώνος…».

(Αρκετά από τα παραπάνω στοιχεία αντλήθηκαν από το βιβλίο του Μήτσου Κάιλα «Ο λαϊκός κλήρος στην Αντίσταση»).

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.