Η εκτέλεση του Νικολάι Μπουχάριν για συνωμοτική απόπειρα ανατροπής της επαναστατικής Σοβιετικής εξουσίας
Διετέλεσε μέλος του Πολιτικού Γραφείου και της Εκτελεστικής Επιτροπής του Πανενωσιακού Κομμουνιστικού Κόμματος (μπολσεβίκων), επικεφαλής της Κομμουνιστικής Διεθνούς, καθώς και διευθυντής της ιστορικής εφημερίδας, «Πράβντα», καθημερινού οργάνου της Κεντρικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος Σοβιετικής Ένωσης, που ίδρυσε ο Βλαντίμιρ Ιλίτς Ουλιάνοφ (Νικολάι Λένιν).
Το 1917, αντιτάχθηκε στη Συνθήκη Ειρήνης με τη Γερμανία μαζί με τον Λέοντα Τρότσκι, ενώ υποστήριξε κοινές απόψεις με τον Τρότσκι και στο ζήτημα των συνδικάτων. Γι’ αυτές τις θέσεις του, δέχτηκε σκληρή πολεμική από το Λένιν.
Αποτέλεσε κύριο εκφραστή, ως επικεφαλής, της πολιτικής πλατφόρμας στο Πανενωσιακό Κομμουνιστικό Κόμμα, που χαρακτηρίστηκε ως «δεξιά παρέκκλιση» τη δεκαετία του 1920. Αντέδρασε στην πολιτική της κολεκτιβοποίησης, τασσόμενος με τα συμφέροντα των κουλάκων, των πλούσιων δηλαδή αγροτών που εκμεταλλεύονταν μισθωτή εργασία και, στην Κομμουνιστική Διεθνή, στήριξε πολιτική θέση συμβιβασμού με δεξιά οπορτουνιστικά στοιχεία.
Στις 30 Ιανουαρίου του 1929, ο Μπουχάριν χαρακτήρισε την κατεύθυνση για προώθηση του κολχόζνικου κινήματος ως «στρατιωτικοφεουδαρχική εκμετάλλευση της αγροτιάς», ενώ σε γράμμα του προς τον επικεφαλής του σοβιετικού κράτους και Γενικό Γραμματέα της Κεντρικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος (μπολσεβίκων) της ΕΣΣΔ, Ιωσήφ Βησαριόνοβιτς Τζουγκασβίλι (Στάλιν), την 1η Ιουνίου του 1928, αναφέρει: «Πρέπει να ευνοηθούν οι ατομικές γεωργικές καλλιέργειες και να εξομαλυνθούν οι σχέσεις με την αγροτιά».
Αυτές οι εσωκομματικές αντιπαραθέσεις, δεν αποτελούσαν αντιθέσεις προσώπων ή ομάδων εντός του Πανενωσιακού Κομμουνιστικού Κόμματος (μπολσεβίκων), αλλά εξέφραζαν αντιθέσεις ανάμεσα σε κοινωνικές τάξεις, αντικατόπτριζαν την ταξική πάλη που συνεχίζονταν αμείωτη και μετά την επικράτηση της Οκτωβριανής Επανάστασης. Οι νέες σοσιαλιστικές σχέσεις που επικράτησαν στη βιομηχανική παραγωγή, στις μεταφορές και στο εξωτερικό εμπόριο βρίσκονταν σε διαρκή διαπάλη με τις παλιές καπιταλιστικές σχέσεις, που υπήρχαν κυρίως στην αγροτική παραγωγή (ιδιοκτήτες μεγάλων εκτάσεων-κουλάκοι) κι εκφράζονταν και από ένα τμήμα της διανόησης.
Τον Απρίλιο του 1929, η στάση της δεξιάς παρέκκλισης καταδικάστηκε πολιτικά στην Ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής του Πανενωσιακού Κομμουνιστικού Κόμματος (μπολσεβίκων).
Το 1937, με απόφαση της Ολομέλειας της Κεντρικής Επιτροπής, ο Μπουχάριν διαγράφτηκε από το Κόμμα για αντικομματική δράση. Κατηγορήθηκε ότι συμμετείχε σε στρατιωτικοπολιτική συνωμοσία με στόχο την ανατροπή της Σοβιετικής εξουσίας. Δικάστηκε και στις 15 Μαρτίου του 1938 εκτελέστηκε.

Η πολιτική αποκατάσταση του Νικολάι Μπουχάριν έγινε το 1988 από τον τελευταίο πρόεδρο της πάλαι ποτέ Σοβιετικής Ένωσης, Μιχαήλ Γκορμπατσόφ, ο οποίος, χρόνια αργότερα, το 2000, σε παρέμβαση που έκανε κατά τη διάρκεια ενός σεμιναρίου στο Αμερικανικό Πανεπιστήμιο, στην Τουρκία, ομολόγησε, μεταξύ άλλων: «Ο στόχος ολόκληρης της ζωής μου ήταν η εξολόθρευση του κομμουνισμού, αυτής της ανυπόφορης δικτατορίας κατά των ανθρώπων. Η σύζυγός μου, που αναγνώρισε αυτήν την αναγκαιότητα, μάλιστα, πριν από μένα, με στήριξε με όλες τις δυνάμεις της σε αυτήν την προσπάθεια. Ακριβώς για να πετύχω αυτόν το σκοπό, χρησιμοποίησα τη θέση μου στο κόμμα και στη χώρα…».
Σημαντικό ενδιαφέρον για τις «δίκες της Μόσχας», όπως ονομάστηκαν η δικαστική αντιμετώπιση του Μπουχάριν και άλλων «αντεπαναστατικών στοιχείων» παραμονές του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου, παρουσιάζουν οι εντυπώσεις που δημοσίευσαν ορισμένοι αυθεντικοί αυτόπτες και αυτήκοοι μάρτυρες αυτών, οι οποίοι δεν μπορούν θεωρηθούν ως φιλοσοβιετικοί ή οπαδοί του κομμουνισμού.
Ο τότε πρεσβευτής των ΗΠΑ στη Σοβιετική Ένωση, Γιόσεφ Α. Ντέιβις, ο οποίος παρακολούθησε -όπως και άλλοι ξένοι διπλωμάτες που το επιθυμούσαν- τη δίκη Μπουχάριν και άλλων κατηγορουμένων για συνωμοτική-υπονομευτική δράση, δημοσίευσε το 1943 στη Ζυρίχη βιβλίο με τον τίτλο: «Σαν πρέσβης των ΗΠΑ στη Μόσχα: Αυθεντικές και εμπιστευτικές εκθέσεις για τη Σοβιετική Ένωση έως τον Οκτώβρη του 1941».
Στη σελίδα 209, περιέχεται το ενημερωτικό τηλεγράφημα, που απέστειλε στις 17 Μαρτίου του 1938 στο υπουργείο Εξωτερικών στην Ουάσιγκτον, στο οποίο αναφέρει: «Παρά την προκατάληψη… μετά την καθημερινή παρακολούθηση των μαρτύρων και του τρόπου που κάνουν τις καταθέσεις, με βάση την αθέλητη επιβεβαίωση που προέκυψε, κατέληξα στην αντίληψη, όσον αφορά τους πολιτικούς κατηγορούμενους, ότι ένας αρκετός αριθμός από τα απαριθμούμενα στο κατηγορητήριο αδικήματα κατά των σοβιετικών νόμων αποδείχτηκε και για λογική σκέψη τέθηκαν εκτός αμφισβήτησης, ώστε να δικαιολογήσουν την κήρυξη της ενοχής για εσχάτη προδοσία και των προβλεπόμενων από το σοβιετικό ποινικό νόμο ποινών. Η γνώμη εκείνων των διπλωματών που παραβρέθηκαν τακτικότατα στην ακροαματική διαδικασία ήταν γενικά ότι η δίκη αποκάλυψε το γεγονός μιας σφοδρής πολιτικής αντιπολίτευσης και μιας σοβαρότατης συνωμοσίας, που εξήγησε στους διπλωμάτες πολλά έως τώρα ακατανόητα συμβάντα των περασμένων έξι μηνών στη Σοβιετική Ένωση».
Σε γράμμα που έστειλε λίγες ημέρες νωρίτερα, στις 8 Μαρτίου του 1938, στην κόρη του Εμλεν, ο Αμερικανός διπλωμάτης, ο οποίος παρακολούθησε τις «δίκες της Μόσχας» και από προσωπικό ενδιαφέρον ως διπλωματούχος νομικός, σημειώνει: «Την προηγούμενη βδομάδα παρακολουθούσα καθημερινά τις συνεδριάσεις της δίκης Μπουχάριν. Ασφαλώς την έχεις παρακολουθήσει στον Τύπο. Είναι κάτι το τρομερό. Βρήκα ένα πνευματικό ενδιαφέρον σε αυτήν, γιατί αφύπνισε πάλι μέσα μου τις παλιές κριτικές ικανότητες, που τις χρειάζεται κανείς για να εκτιμήσει σωστά την αξιοπιστία των μαρτύρων και να χωρίσει την ήρα από το σιτάρι -με άλλα λόγια, να διακρίνει το αληθινό από το ψεύτικο- πράγμα που εγώ το άσκησα επί πολλά χρόνια στη διεξαγωγή δικών… Αποκαλύπτεται η σιλουέτα μιας συνωμοσίας, που, με στόχο να πραγματοποιήσει την ανατροπή της τωρινής κυβέρνησης, παρ’ ολίγο να είχε επιτυχία».

