Όταν η Αγγλία και η Γαλλία «πρότειναν» στην Τσεχοσλοβακία να δεχτεί τις αξιώσεις της ναζιστικής Γερμανίας

Δέκα ημέρες πριν την κατάπτυστη Συμφωνία του Μονάχου όπου επικυρώθηκε και τυπικά η παράδοση της Τσεχοσλοβακίας στη ναζιστική Γερμανία, στις 19 Σεπτεμβρίου 1938, Αγγλία και Γαλλία, με κοινό τελεσίγραφό τους προς την τσεχοσλοβακική κυβέρνηση, ζήτησαν να δεχτεί τις απαιτήσεις του Χίτλερ για αυτοδιοίκηση των Σουδητών και καταγγελία του Σοβιετοτσεχοσλοβάκικου Συμφώνου αμοιβαίας βοήθειας, που είχε υπογραφεί στις 16/5/1935.

       Η κοινή νότα που επέδωσαν Αγγλία και Γαλλία ανέφερε: «Οι εκπρόσωποι της γαλλικής και της βρετανικής κυβερνήσεως είχαν σήμερα διαβουλεύσεις επί της γενικής καταστάσεως και μελέτησαν την έκθεση του Βρετανού πρωθυπουργού για τις συνομιλίες του με τον χερ Χίτλερ. Οι Βρετανοί υπουργοί εξέθεσαν επίσης στους Γάλλους συναδέλφους τους τα συμπεράσματα, τα οποία αποκόμισαν από τον απολογισμό που τους υπέβαλε ο λόρδος Ράνσιμαν περί του έργου της Αποστολής του. Είμεθα αμφότεροι πεπεισμένοι ότι, κατόπιν των τελευταίων συμβάντων, έφτασε το σημείο όπου η περαιτέρω διατήρηση εντός των ορίων του τσεχοσλοβακικού κράτους των περιοχών οι οποίες κατοικούνται κυρίως από Γερμανούς Σουδήτες δεν μπορεί πράγματι να συνεχιστεί χωρίς να εκθέσει σε κίνδυνο τα συμφέροντα της ίδιας της Τσεχοσλοβακίας και της Ευρωπαϊκής Ειρήνης. Υπό το φως των σκέψεων αυτών και οι δύο κυβερνήσεις κατέληξαν υποχρεωτικώς στο συμπέρασμα ότι η διατήρηση της ειρήνης και η ασφάλεια των ζωτικών συμφερόντων της Τσεχοσλοβακίας δεν μπορούν να διασφαλιστούν αποτελεσματικά εάν δε μεταβιβαστούν οι περιοχές αυτές στο Ράιχ… Τόσο η γαλλική, όσο και η βρετανική κυβέρνηση αναγνωρίζουν πόσο μεγάλη είναι η θυσία που ζητείται από την τσεχοσλοβακική κυβέρνηση για την υπόθεση της ειρήνης. Επειδή όμως η υπόθεση αυτή είναι κοινή, τόσο για την Ευρώπη εν γένει, όσο και για την Τσεχοσλοβακία ειδικότερα, αισθάνονται την υποχρέωση να εκθέσουν από κοινού με ειλικρίνεια τους ουσιώδεις όρους για τη διασφάλισή της. Ο πρωθυπουργός (σ.σ. ο Τσάμπερλεν δηλαδή) πρέπει να επαναλάβει τις συνομιλίες του με τον χερ Χίτλερ όχι αργότερα από την Τετάρτη και ει δυνατόν ενωρίτερα. Γι’ αυτό θεωρούμε ότι πρέπει να σας παρακαλέσωμε όπως απαντήσετε όσο το δυνατόν ταχύτερα».

Χίτλερ, Μουσολίνι, Τσάμπερλεν και Νταλαντιέ υπογράφουν τη Συμφωνία του Μονάχου

      Της διακοίνωσης προηγήθηκαν, η συνάντηση του Βρετανού πρωθυπουργού Τσάμπερλεν με τον Χίτλερ στο Μπερχεσγκάντεν στις 15 Σεπτεμβρίου και οι συνομιλίες ανάμεσα στην κυβέρνηση της Αγγλίας και της Γαλλίας στο Λονδίνο, στις 18 και 19 Σεπτεμβρίου. 

       Το κοινό σχέδιο Αγγλίας και Γαλλίας για τη λύση του τσεχοσλοβακικού προβλήματος προέβλεπε ότι οι στρατιωτικές συμφωνίες της Τσεχοσλοβακίας με τη Γαλλία και την ΕΣΣΔ θα ακυρώνονταν. Αυτό σήμαινε ότι η Γαλλία θα παραιτούνταν από την υποχρέωσή της να παράσχει στην Τσεχοσλοβακία στρατιωτική υποστήριξη σε περίπτωση που η τελευταία δεχόταν στρατιωτική επίθεση από άλλο κράτος και, παράλληλα, ότι η Τσεχοσλοβακία έπρεπε να καταγγείλει τη σχετική συμφωνία που είχε με την ΕΣΣΔ. Η κυβέρνησης της Τσεχοσλοβακίας ζήτησε να μάθει αν η Σοβιετική Ένωση θα ανταποκρινόταν στα συμφωνηθέντα στην περίπτωση που και η Γαλλία έπραττε το ίδιο. Η απάντηση της ΕΣΣΔ ήταν καταφατική. Ξεκαθάρισε, μάλιστα, πως θα ανταποκρινόταν στις υποχρεώσεις της απέναντι στην Τσεχοσλοβακία και θα τη βοηθούσε στρατιωτικά ακόμη και στην περίπτωση που η στάση της Γαλλίας ήταν η ακριβώς αντίθετη, υπό την προϋπόθεση ότι η ίδια η Τσεχοσλοβακία θα αντιστέκονταν τόσο στη χιτλερική όσο και στην αγγλογαλλική πίεση. Αντί αυτού, στις 2 το πρωί της 21ης Σεπτεμβρίου, ο Τσεχοσλοβάκος Πρόεδρος Μπένες υπέκυψε στις αγγλογαλλικές πιέσεις και δήλωσε στους πρεσβευτές των δύο χώρων τη συμμόρφωση της χώρας του προς τις απαιτήσεις τους. Έτσι, μοιραία, η κατάσταση οδήγησε στη Διάσκεψη του Μονάχου που, όπως υπογραμμίζει ο Γερμανός ιστορικός Κ. Χ. Γιάνσεν, είχε περισσότερο τυπικό παρά ουσιαστικό χαρακτήρα με την έννοια ότι επικύρωσε προειλημμένες αποφάσεις. «Η μοίρα της Τσεχοσλοβακίας – γράφει ο Γιάνσεν- είχε σφραγιστεί πριν από τη Συνδιάσκεψη του Μονάχου. Πραγματικά η θανατική καταδίκη εξεδόθη σε δύο σημαντικές προγενέστερες συναντήσεις. Η πρώτη ήταν ανάμεσα στον Νέβιλ Τσάμπερλεν και τον Χίτλερ στο Μπερχεσγκάντεν, η δεύτερη ανάμεσα στο Βρετανό και Γάλλο πρεσβευτή και στον πρόεδρο Μπένες στην Πράγα τη νύχτα της 20ής-21ης Σεπτεμβρίου. Στη δεύτερη αυτή περίσταση η Τσεχοσλοβακία εξαναγκάστηκε να παραδώσει στο Ράιχ τις επαρχίες εκείνες που ο πληθυσμός τους ήταν πάνω από 50% γερμανικός. Ο,τι ακολούθησε δέκα μέρες αργότερα στο Μόναχο ήταν απλώς η επισημοποίηση μιας συμφωνίας για την οποία είχαν γίνει πλήρεις διαπραγματεύσεις και η οποία ήταν νομικά δεσμευτική».

Τσέχοι παρακολουθούν τα γερμανικά στρατεύματα
να μπαίνουν στην Πράγα, το Μάρτιο του 1939

       Αρχικά, η κυβέρνηση της Τσεχοσλοβακίας αρνήθηκε να συμμορφωθεί στην κοινή νότα Αγγλίας και Γαλλίας. Στη συνέχεια, όμως, υποτάχθηκε. Η στάση της προκάλεσε θύελλα λαϊκών αντιδράσεων, υπό το βάρος των οποίων, στις 23 Σεπτεμβρίου αναγκάστηκε να καλέσει το λαό σε γενική επιστράτευση. Ακολούθησε και νέα συνάντηση του Τσάμπερλεν με τον Χίτλερ, όπου ο τελευταίος προέβαλε καινούργιες αξιώσεις. Ζήτησε να ικανοποιηθούν οι πολωνικές και ουγγρικές απαιτήσεις σε βάρος της Τσεχοσλοβακίας και να μην υπάρξουν αντιστάσεις στην κατάληψη από τη Γερμανία της Σουδητίας, όπου ζούσε γερμανική μειονότητα. Ο Τσάμπερλεν συμφώνησε και σε αυτές. Όμως ο Χίτλερ προχώρησε ένα βήμα παραπέρα, ανακοινώνοντας ότι από τις 2μμ της 28ής Σεπτεμβρίου ο γερμανικός στρατός θα βρίσκεται σε κατάσταση επιστράτευσης.

Οι ΗΠΑ κάλεσαν τους ηγέτες της Αγγλίας, της Γαλλίας, της Ιταλίας και της Γερμανίας να τα βρουν και να καταλήξουν σε συμφωνία. Η Αγγλία και η Γαλλία δεν έφεραν αντίρρηση.

Γερμανικά στρατεύματα μπαίνουν
στην περιοχή των Σουδητών

       Έτσι, στις 29 Σεπτεμβρίου, οι ηγέτες της Αγγλίας, Τσάμπερλεν, της Γαλλίας, Νταλαντιέ, της Ιταλίας, Μουσολίνι και της Γερμανίας, Χίτλερ, υπέγραψαν στο Μόναχο μία από τις πιο επαίσχυντες συμφωνίες που είχε υπογραφεί ποτέ: Το γνωστό στην ιστορία ως Σύμφωνο του Μονάχου, με το οποίο παραδόθηκε στη χιτλερική Γερμανία η Τσεχοσλοβακία, γεγονός που έφερε ακόμη πιο κοντά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Από τη διάσκεψη του Μονάχου, που προηγήθηκε της συμφωνίας, είχαν αποκλειστεί, αφενός η Σοβιετική Ένωση που είχε σύμφωνο αμοιβαίας βοήθειας με την Τσεχοσλοβακία, αφετέρου, η ίδια η Τσεχοσλοβακία, που κρινόταν το μέλλον της. Επίσης, τυπικά δεν πήραν μέρος ούτε οι ΗΠΑ, μολονότι συμμετείχαν ενεργά στο παρασκήνιο και, τελικά, χαιρέτισαν τη συμφωνία που επιτεύχθηκε με ανακούφιση. 

      Με βάση αυτή τη συμφωνία, η Τσεχοσλοβακία ήταν υποχρεωμένη να παραδώσει στη Γερμανία μέσα σε δέκα μέρες τη Σουδητία και μέσα σε τρεις μήνες να ικανοποιήσει τις εδαφικές αξιώσεις της Ουγγαρίας και της Πολωνίας. Όλες οι βιομηχανικές επιχειρήσεις, τα ορυχεία, οι συγκοινωνίες και τα μέσα τηλεπικοινωνίας, το τροχαίο υλικό, τα στρατιωτικά οχυρά, οι αποθήκες και οι πρώτες ύλες που βρίσκονταν στο παραχωρούμενο έδαφος, θα παραδίδονταν σε απολύτως καλή κατάσταση. Ουσιαστικά, αφαιρέθηκε από την Τσεχοσλοβακία εδαφική έκταση 41.098 τετραγωνικών χιλιομέτρων, με περίπου 5 εκατομμύρια  κατοίκους, που από αυτούς περισσότεροι από ένα εκατομμύριο ήταν Τσέχοι και Σλοβάκοι. 

Προκήρυξη του γερμανικού
στρατού κατοχής προς
τους Σουδήτες – «Η ώρα της
απολυτρώσεως ήρθε»

Την επομένη, στις 30 Σεπτεμβρίου, η Γερμανία και η Αγγλία υπέγραψαν στο Μόναχο δήλωση για αμοιβαία μη επίθεση και διακανονισμό όλων των επίμαχων ζητημάτων που θα δημιουργούνταν. Λίγο αργότερα ανάλογη δήλωση υπέγραψε με τη Γερμανία και η Γαλλία.

      Ο Αμερικανός δημοσιογράφος Ουίλιαμ Σίρερ επισημαίνει για τη συνάντηση των τεσσάρων ηγετών στο Μόναχο το εξής: «Εις την βαυαρικήν αυτήν πόλιν με τον μπαρόκ ρυθμόν ένθα εις τους σκοτεινούς οπισθοδρόμους των μικρών της καφενείων είχε κάμει την βραδείαν έναρξιν της πολιτικής του σταδιοδρομίας και εις τους δρόμους της οποίας είχεν υποστή το φιάσκο του κινήματος της Μπιραρίας, ο Αδόλφος Χίτλερ υπεδέχθη, ως κατακτητής τους αρχηγούς των κυβερνήσεων της Μεγάλης Βρετανίας, της Γαλλίας και της Ιταλίας». 

      Η αίσθηση που υπήρχε εκείνη την περίοδο, ήταν, ότι οι κυβερνήσεις της Αγγλίας και της Γαλλίας ικανοποίησαν όλες τις απαιτήσεις του Χίτλερ, με την προτροπή της κυβέρνησης των ΗΠΑ, πιστεύοντας ότι έτσι θα στρέψουν τα ναζιστικά στρατεύματα της ναζιστικής Γερμανίας κατά της Σοβιετικής Ένωσης.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.