Το μεγάλο «ΟΧΙ» του φασίστα Ιωάννη Μεταξά στους Έλληνες κομμουνιστές πατριώτες
Σαν προχθές, στις 6 Νοεμβρίου του 1940, οι 625 πολιτικοί κρατούμενοι κομμουνιστές στο παλιό ενετικό φρούριο-φυλακή της Ακροναυπλίας υπέβαλλαν και δεύτερο υπόμνημα στην κυβέρνηση Μεταξά, ζητώντας, εκ νέου, να σταλούν στο πολεμικό μέτωπο για να αναχαιτίσουν τη στρατιωτική εισβολή των Ιταλών φασιστών.
Η απάντηση που πήραν από τη δικτατορία της 4ης Αυγούστου, ήταν αρνητική, όπως και αυτές που έλαβαν, στην πρώτη τους επιστολή, στις 29 Οκτωβρίου, αλλά και σε αυτή που ακολούθησε, στις 13 Νοεμβρίου. Όχι μόνο τους στέρησε τη δυνατότητα να ασκήσουν το πατριωτικό καθήκον τους, αλλά, τις τελευταίες μέρες του Απριλίου του 1941, όταν οι Γερμανοί κατακτητές κατέλαβαν την Ακροναυπλία, το φασιστικό καθεστώς παρέδωσε τους εξόριστους αγωνιστές, «διά πρωτοκόλλου», στους ναζί σαν αιχμαλώτους πολέμου…

Οι δυνάμεις κατοχής, χρησιμοποίησαν δεκάδες από αυτούς ως ομήρους και, στη συνέχεια, τους εκτέλεσαν ως αντίποινα για την αντιστασιακή δράση του Ελληνικού Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού (Ε.Λ.Α.Σ). Κάποιοι εξ αυτών, ωστόσο, κατάφεραν να δραπετεύσουν και να ενταχθούν στην ΕΑΜική Εθνική Αντίσταση.
Σύμφωνα με τον ιστορικό Γιώργο Μαργαρίτη, ο Ιωάννης Μεταξάς ήταν φασίστας, αλλά, εκείνη την περίοδο, η Ελλάδα βρισκόταν υπό βρετανική γεωπολιτική κυριαρχία και το Λονδίνο δεν επιθυμούσε να μοιάζει κανένας προστατευόμενος ηγετίσκος της με το μουσολινικό και το χιτλερικό καθεστώς. Η άρχουσα τάξη στη χώρα μας, ιδιαίτερα οι εφοπλιστές, διατηρούσε ιστορικούς δεσμούς άρρηκτης διαπλοκής κυρίως με το βρετανικό κεφάλαιο από τη συγκρότηση του ελληνικού αστικού κράτους (μετά την επανάσταση του 1821). Ήταν επόμενο, λοιπόν, ότι, στον πόλεμο, θα τάσσονταν με τον αγγλικό ιμπεριαλισμό και όχι με το γερμανικό, γι’ αυτό και η κυβέρνηση Μεταξά εμφανίστηκε στην ιστορία ως αντιστεκόμενη στην ιταλική στρατιωτική εισβολή.
Ο ίδιος, μάλιστα, ο Ιωάννης Μεταξάς, στο «Τετράδιο των σκέψεων», που κρατούσε παράλληλα με το ημερολόγιό του, στις 6 Μαΐου του 1940 έγραφε: «Είναι φυσικό, κράτη παραθαλάσσια σαν εμάς να είμεθα φιλικά με τους Άγγλους και κράτη μεσόγεια σαν τη Βουλγαρία, με τους Γερμανούς. Η διαφορά των πολιτευμάτων δεν παίζει ρόλο, γιατί και το Αγγλικό το δρόμο μας θα ακολουθήση. Γι’ αυτό είναι τραγική η θέσις της Ιταλίας… Και η Ιταλία στο βάθος, τη φιλία προς την Αγγλία ζητά. Μόνο που αυτή ακολουθεί το δρόμο του μεγάλου, ενώ εμείς είμαστε μικροί» (Ι. Μεταξά: «Το προσωπικό του ημερολόγιο», τόμος Δ’, σελ. 467).
Τις ίδιες ημέρες, μιλώντας με το Βρετανό δημοσιογράφο Αρθουρ Μάρτον -και ενώ η Γερμανία είχε ήδη εξαπολύσει τον πόλεμο- έλεγε για τη θέση της Ελλάδας απέναντι στην Αγγλία σχετικά με την περιβόητη ουδετερότητα «Είμεθα ουδέτεροι εφ’ όσον χρόνον η Αγγλία θέλει να είμεθα ουδέτεροι. Τίποτε δεν κάνομε χωρίς συνεννόησιν με την Αγγλία και, τις περισσότερες φορές, ό,τι κάνομε γίνεται κατά σύστασιν ή παράκλησιν της Αγγλίας. Η Ελλάς είναι ζωτικό τμήμα της αγγλικής αυτοκρατορικής αμύνης».(«Τα μυστικά αρχεία του ΦόρεϊνΟφις», εκδόσεις «Πάπυρος», σελ. 76).
Την κατεύθυνση αυτή, είχε περιγράψει άλλωστε από πολύ νωρίτερα, στις 3 Μαρτίου του 1934, όταν, μιλώντας στο Συμβούλιο των πολιτικών αρχηγών, εξηγούσε: «Αν και είναι βεβαίως παράτολμον εις την πολιτική να δημιουργή κανείς δόγματα, η Ελλάς δύναται να θέση ως δόγμα πολιτικόν ότι εν ουδεμία περιπτώσει δύναται να ευρεθή εις στρατόπεδον αντίθετον εκείνου εις το οποίον θα ευρίσκετο η Αγγλία. Δυνάμεθα τούτο να το θεωρήσωμεν ως δόγμα. Εγώ τουλάχιστον το ασπάζομαι».(Ιωάννου Μεταξά «Ημερολόγιο», εκδόσεις «Γκοβόστης», τόμος Δ’, σελ. 77).

Παρά την πρόσδεσή του στον αγγλικό ιμπεριαλισμό, ο Ιωάννης Μεταξάς επιχείρησε να δημιουργήσει στην Ελλάδα από την αρχή ένα μαζικό φασιστικό κίνημα, που θα του επέτρεπε να έχει το πάνω χέρι στη «συγκυβέρνηση» με τον πολιτικό συνεταίρο Γεώργιο Β’ Γλύξμπουργκ. Ίδρυσε, στελέχωσε και οργάνωσε την Εθνική Οργάνωση Νεολαίας (Ε.Ο.Ν.) στα πρότυπα των πιο σκληρών φασιστικών νεολαιίστικων οργανώσεων. Το «όραμά» της ήταν ο Τρίτος Ελληνικός Πολιτισμός (το Τρίτο Ράιχ σε ελληνική εκδοχή), που θα ήταν χιλιόχρονος (όπως και το κατά τον Γκαίμπελς Ράιχ!). Οι στολές, η εκπαίδευση της Ε.Ο.Ν. ήταν παραστρατιωτικές και το πρόσχημα για την κατεπείγουσα δημιουργία της ήταν η ανάγκη προάσπισης του ελληνικού πολιτισμού απέναντι στην κομμουνιστική επιθετικότητα, που μόλις είχε εκδηλωθεί στην Ισπανία (τον Ιούλιο του 1936 έγινε το πραξικόπημα των εθνικιστών στρατηγών ενάντια στη δημοκρατική κυβέρνηση της Ισπανίας και ξεκίνησε ο ισπανικός εμφύλιος πόλεμος).
Τις φασιστικές πολιτικές πεποιθήσεις τού Ιωάννη Μεταξά, «αποκαλύπτει» και μία φωτογραφία του, στην οποία βρίσκεται ανάμεσα σε στελέχη του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου – πολιτικά, στρατιωτικά, παραστρατιωτικά – και όλοι τους χαιρετούν ναζιστικά.

Έτσι εξηγείται η εχθρική στάση του έναντι των 625 πατριωτών πολιτικών κρατουμένων στο κάτεργο της Ακροναυπλίας, που άνοιξε τον Φεβρουάριο του 1937, έξι μήνες μετά από την επιβολή της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου από τον Ιωάννη Μεταξά και έκλεισε έξι χρόνια αργότερα, τον Φεβρουάριο του 1943. Σε αυτό παλιό φρούριο, χτισμένο σε απότομο βράχο στο άκρο του Ναυπλίου -που για να το προσεγγίσεις, έπρεπε να ανέβεις περίπου 300 σκαλιά-φυλακίστηκαν στην πλειοψηφία τους ηγετικά στελέχη του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας (Κ.Κ.Ε.) και του εργατικού κινήματος (εργάτες, αγρότες, υπάλληλοι, διανοούμενοι, ανάμεσά τους και μέλη της Κεντρικής Επιτροπής του (Κ.Κ.Ε.), γραμματείς και μέλη περιφερειακών, αχτιδικών κλπ. οργανώσεών του, βουλευτές του Παλλαϊκού Μετώπου, στελέχη του Αγροτικού Κόμματος Ελλάδας και άλλων δημοκρατικών οργανώσεων, στελέχη της Κομμουνιστικής Νεολαίας (Ο.Κ.Ν.Ε.) κλπ.).

