Αυτή είναι «η καλύτερη Βουλή της Μεταπολίτευσης» και η «κανονικότητα» που μας υπόσχεστε κ. Μητσοτάκη;
Τρία στα πρώτα πέντε νομοσχέδια που κατέθεσε για ψήφιση στο Κοινοβούλιο η νέα κυβέρνηση Μητσοτάκη έφεραν το χαρακτήρα του «κατεπείγοντος», ένα του «επείγοντος» και μόνο ένα προωθήθηκε για συζήτηση με κανονική διαδικασία. Προσφέρθηκε, δηλαδή, ο επαρκής χρόνος στους βουλευτές όλων των κομμάτων να ενημερωθούν για το περιεχόμενό του και να τοποθετηθούν επ’ αυτού.
Το τελευταίο, που θεωρείται μάλιστα πολυνομοσχέδιο αφού περιλαμβάνει διατάξεις οι οποίες αφορούν οκτώ υπουργεία, κατατέθηκε περίπου στις 11 χθες το βράδυ (της Τετάρτης) με προγραμματισμό έναρξης της συζήτησής του σήμερα στις 10 το πρωί (της Πέμπτης)! Κοντολογίς, για να μπορέσουν οι εκλεγμένοι εκπρόσωποι του λαού (της συμπολίτευσης και της αντιπολίτευσης) να ασκήσουν το δικαίωμα-υποχρέωση ελέγχου του κοινοβουλευτικού έργου, έπρεπε να επιδοθούν σε ολονύκτια μελέτη και σε λιγότερο από ένα 12ωρο να βρίσκονται προετοιμασμένοι και φρέσκοι δυνάμεων στα έδρανα ανάπτυξης πολιτικού διαλόγου και αντίλογου. Να έχουν εντρυφήσει στις «Ρυθμίσεις του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών και ‘Άλλες Επείγουσες Διατάξεις», που αναφέρονται στις διαδικασίες οι οποίες απαιτούνται για την απόκτηση των νέων διπλωμάτων οδήγησης έως και τα ανταποδοτικά τέλη για δήμους που σχετίζονται με την επέκταση της χωματερής στη Φυλή!
Επόμενο ήταν, λοιπόν, βουλευτές κομμάτων της αντιπολίτευσης να καταγγείλουν την απαράδεκτη διαδικασία του κατεπείγοντος και να αποχωρήσουν από την (στην προκειμένη περίπτωση) Επιτροπή Παραγωγής και Εμπορίου της Βουλής.
Τα ίδια έπρατταν και οι προηγούμενες κυβερνήσεις. Το «κακό» παράγινε όμως στις πρωθυπουργικές θητείες Τσίπρα και Σαμαρά. Το επιχείρημα-δικαιολογία που αντέτασσαν, ήταν, οι μνημονιακές υποχρεώσεις και ο δήθεν «πολύς χρόνος» που χάθηκε.

Σήμερα, υποτίθεται ότι η χώρα έχει εξέλθει της οικονομικής κρίσης και των Μνημονίων. Υποτίθεται ότι διάγει περίοδο «κανονικότητας», όπως παραπλανητικά διακηρύσσουν ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης και ο προκάτοχός του, Αλέξης Τσίπρας. Αντί, όμως, να ξηλώνεται το κουβάρι των πλέον των 850 εφαρμοστικών νόμων των τριών Μνημονίων, προστίθενται και νέοι νόμοι διαιώνισης της σκληρής οικονομικής λιτότητας και επιδείνωσης της ανασφάλειας στους χώρους εργασίας. Και η σκυτάλη περνάει από κυβέρνηση σε κυβέρνηση με κοινοβουλευτικούς αιφνιδιασμούς, διαδικασίες άρον άρον και, ουσιαστικά, περιφρόνησης του θεσμού της Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας και των όποιων λαϊκών προσδοκιών εκφράζονται μπροστά στην κάλπη των μεγάλων υποσχέσεων και των βαρύγδουπων εξαγγελιών.
Αν ο πολιτικός φόβος και το κρυφτούλι στο Κοινοβούλιο εξακολουθούν να κυριαρχούν και στην «κανονικότητα», ή αυτή δεν υφίσταται και οι πολιτικοί αρχηγοί της ΝΔ και του ΣΥΡΙΖΑ ψεύδονται ή πρόκειται απλά για μία ακόμη εννοιολογική επινόηση-βάπτιση της μνημονιακής «κανονικότητας» στην οποία πρέπει να συνηθίζει να ζει, αδιαμαρτύρητα και καρτερικά, ο λαός.
Πριν 50 ημέρες (στις 19 Ιουλίου), ο Κυριάκος Μητσοτάκης, μιλώντας στην πρώτη μετεκλογική συνεδρίαση της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της ΝΔ, διαβεβαίωσε πως το κόμμα και η κυβέρνησή του, όχι μόνο θα υπερασπιστούν τους πολιτικούς θεσμούς, αλλά θα τους βελτιώσουν κιόλας. Αφού καυχήθηκε για τη «συμβολή της παράταξής» του «στον κοινοβουλευτισμό», υποσχέθηκε: «Στόχος μας είναι η νέα Βουλή να γίνει η καλύτερη της Μεταπολίτευσης. (…) Το Σύνταγμα και ο Κανονισμός της Βουλής θα είναι οι δύο φάροι στη δράση μας καθ’ όλη τη διάρκεια της τετραετίας. Κανόνας μας είναι οι κανόνες. (…) Να υπηρετήσουμε τη Δημοκρατία με μία νέα ποιότητα, που θα την καθιστά αποτελεσματικότερη και ελκυστικότερη στη λαϊκή συνείδηση».
Μέσα στον πρώτο ενάμιση μήνα της διακυβέρνησής του, δεν τήρησε καμία από αυτές τις υποσχέσεις του. Ο Κανονισμός της Βουλής εφαρμόζεται με βάση το δόγμα «Κανόνας μας είναι η εξαίρεση», η Βουλή θυμίζει τις χειρότερες ημέρες των κυβερνήσεων ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ και Σαμαρά και η «νέα ποιότητα» υπηρέτησης της Δημοκρατίας προδίδει πρόωρη πολιτική αλαζονεία και στοχοπροσήλωση στο θεώρημα «ο σκοπός (εφαρμογής της πολιτικής του μεταμνημονιακού Μνημονίου) αγιάζει τα μέσα».
Υπό αυτή την έννοια, οι «νέας ποιότητας» κοινοβουλευτικές μεθοδεύσεις, μπορεί να καθιστούν «αποτελεσματικότερη» την επίσπευση των αντιλαϊκών αποφάσεων, αλλά τραυματίζουν τη Δημοκρατία και σίγουρα δεν την προβάλλουν «ελκυστικότερη στη λαϊκή συνείδηση».

