Πολιτική «εργαλειοποίηση» της επιστήμης από την κυβέρνηση της ΝΔ με μπούσουλα τα υγειονομικά «πρωτόκολλα» των μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων
Το συμπέρασμα που βγαίνει από τη «διαρροή» μέρους των πρακτικών της Επιτροπής των εμπειρογνωμόνων για τη διαχείριση της πανδημίας (μέσω της εφημερίδας «Κυριακάτικη Δημοκρατία»), είναι αυτό, που η πλειοψηφία του λαού λίγο ως πολύ υποψιάζονταν: η κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν ακούει τους ειδικούς, όπως ισχυρίζεται δημόσια, αλλά υπαγορεύει σε αυτούς τις πολιτικές αποφάσεις της, επικαλούμενη, κατά περίπτωση, πότε τη «δημοσιονομική κατάσταση», πότε την «εκτόνωση των πολιτών», πότε την ψευδεπίγραφη «ενίσχυση του Εθνικού Συστήματος Υγείας (Ε.Σ.Υ.)»! Επιχειρήματα, που στερούνται οποιουδήποτε επιστημονικού υπόβαθρου και, σε κάθε περίπτωση, δεν έχουν καμία απολύτως σχέση με τις διακηρύξεις της ότι ιεραρχεί δήθεν ως προτεραιότητά της «τη δημόσια υγεία»!

Επί της ουσίας, η κυβέρνηση χρησιμοποιεί την Επιτροπή των ειδικών, για να εξασφαλίζει επιστημονικό «άλλοθι» στην εγκληματική διαχείριση της πανδημίας με τα γνωστά τραγικά αποτελέσματα. Για να κρύβει την τεράστια πολιτική ευθύνης της επειδή δεν λαμβάνει τα απαιτούμενα μέτρα προστασίας του λαού, όπως να ενισχύσει στην πράξη το Εθνικό Σύστημα Υγείας, με προσλήψεις προσωπικού και εκσυγχρονισμό των υποδομών, να επιτάξει τον ιδιωτικό τομέα Υγείας, να πάρει μέτρα για την ασφάλεια των εργαζομένων στους χώρους δουλειάς, των επιβατών στις συγκοινωνίες, των μαθητών και των εκπαιδευτικών στα σχολεία. Για να δικαιολογήσει γιατί δεν αποδίδει τους αναγκαίους οικονομικούς πόρους του κράτους στο «στοίχημα» της προστασίας της δημόσιας υγείας, αλλά εξοικονομεί όσο περισσότερα κονδύλια μπορεί, προκειμένου να επιδοτεί πολλαπλώς τους μεγάλους επιχειρηματικούς ομίλους και να διασφαλίζει τους καλύτερους όρους διατήρησης της κερδοφορίας τους ακόμη και σε αυτή τη δύσκολη περίοδο της πανδημίας και της οικονομικής κρίσης.

Αυτό που επιβεβαιώνεται από τη διαρροή μέρους των πρακτικών της Επιτροπής των ειδικών, είναι, ότι οι αποφάσεις δεν παίρνονται με αμιγώς επιστημονικά δεδομένα, αλλά με βάση το προσαρμοσμένο στα «πρωτόκολλα» των μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων πολιτικό πλαίσιο που διαμορφώνει και επιβάλλει η κυβέρνηση. Και το «ακορντεόν» των περιοριστικών μέτρων και η σταδιακή επανέναρξη δραστηριοτήτων εν μέσω νέας μεγάλης έξαρσης της πανδημίας και το ανοιγοκλείσιμο των σχολείων.

Τα εν λόγω πρακτικά, αφορούν συνεδριάσεις της Επιτροπής των εμπειρογνωμόνων μέσα στο Μάρτιο του 2021, σε μια περίοδο δηλαδή που λαμβάνονται από την κυβέρνηση αποφάσεις, με το δημόσιο σύστημα Υγείας «στο κόκκινο», στα όρια της κατάρρευσης. Το διαδικαστικό σχέδιο λειτουργίας και λήψης των γνωμοδοτήσεων είναι το ίδιο: Αρχικά, γίνεται επιδημιολογική ενημέρωση για τη μεγάλη έξαρση της πανδημίας στη χώρα και την κατάσταση έκτακτης ανάγκης στα νοσοκομεία. Ακολουθούν, οι παρεμβάσεις της κυβέρνησης στην Επιτροπή για το άνοιγμα δραστηριοτήτων χωρίς ουσιαστικά πρόσθετα μέτρα προστασίας του λαού και χωρίς οι παρεμβάσεις αυτές να συνοδεύονται από επιστημονικά δεδομένα, παρά μόνο με επικλήσεις στη «δημοσιονομική κατάσταση», στην «εκτόνωση των πολιτών» κ.ο.κ.. Στο τέλος, οι αποφάσεις που έχει ήδη υπαγορεύσει η κυβέρνηση, «ντύνονται» με την έγκριση και της Επιτροπής των ειδικών, με καταγραφή και διαφωνιών από μέλη της.

Έτσι, στις 12 Μαρτίου, ενώ στην επιδημιολογική ενημέρωση τονίζεται η «κρίσιμη κατάσταση που επικρατεί στο Ε.Σ.Υ. και η πίεση που αυτό δέχεται από τις αυξανόμενες εισαγωγές ασθενών Covid-19», η «κατάσταση έκτακτης ανάγκης που παρουσιάζουν τα περισσότερα νοσοκομεία της Αττικής», όπως και το ότι «η τάση των δεικτών της επιδημίας είναι αυξητική και δεν διαφαίνεται τάση σταθεροποίησης», η κυβέρνηση, επικαλούμενη την «οικονομική κατάσταση και το συνολικό κόστος των περιοριστικών μέτρων», κάνει ειδική αναφορά «στο ρόλο του λιανεμπορίου στην τόνωση εσόδων του κράτους». Σε ένα τέτοιο φόντο, η Επιτροπή καταλήγει ότι «δέχτηκε την ανάγκη άμεσης επαναλειτουργίας του λιανεμπορίου με την εφαρμογή αυστηρών υγειονομικών πρωτοκόλλων κι εφόσον τα επιδημιολογικά δεδομένα το επιτρέψουν»!

Στη συνεδρίαση στις 19 Μαρτίου, στο όνομα της «εκτόνωσης των πολιτών», ο υπουργός Επικρατείας Γιώργος Γεραπετρίτης «επεσήμανε στα μέλη της Επιτροπής ότι κρίνεται απαραίτητη αναπροσαρμογή των εφαρμοσμένων μέτρων», επικαλούμενος την ψευδεπίγραφη «ενίσχυση του Ε.Σ.Υ.» από τον ιδιωτικό τομέα και την «αύξηση του testing»… που λίγες μέρες μετά μεταφράστηκε στα περιβόητα self test. Υιοθετώντας τις «επισημάνσεις» της κυβέρνησης, η Επιτροπή γνωμοδότησε υπέρ του ανοίγματος ορισμένων δραστηριοτήτων, με τα πρακτικά να καταγράφουν διαφωνίες μελών της.

Αντίστοιχα, κατά τη συνεδρίαση στις 26 Μαρτίου, στην επιδημιολογική ενημέρωση, τονίστηκε ξανά η «κατάσταση έκτακτης ανάγκης που παρουσιάζουν τα νοσοκομεία της Αττικής» και η «ανησυχητική αυξητική τάση των ημερήσιων κρουσμάτων». Η κυβέρνηση ωστόσο, δια του υφυπουργού παρά τω πρωθυπουργώ Άκη Σκέρτσου και της υπουργού Παιδείας Νίκης Κεραμέως, «ενημερώνει» την Επιτροπή για την απόφασή της για άνοιγμα του λιανεμπορίου και των Λυκείων με μόνο επιπλέον μέτρο… τα «self test», χωρίς δηλαδή να λαμβάνονται όλα τα μέτρα για την αναγκαία επαναλειτουργία τους.

