Πληθαίνουν τα ερωτήματα για τη στάση των ελληνικών κρατικών αρχών στην υπόθεση του πολύνεκρου ναυαγίου ανοικτά της Πύλου

Τόσο η αλλαγή «πλεύσης» από το Λιμενικό Σώμα σε ότι αφορά τις ενέργειες που έκαναν τα στελέχη του κατά τη διάρκεια της προσέγγισης του αλιευτικού, ώρες πριν αυτό ναυαγήσει, όσο και ο ισχυρισμός ότι δεν έγινε καμία καταγραφή της βύθισης με κάμερα, εγείρουν εύλογα ερωτήματα για τη διαχείριση της κατάστασης.     

  Μετά την παραδοχή του κυβερνητικού εκπροσώπου, Ηλία Σιακαντάρη πως το Λιμενικό έκανε προσπάθεια πρόσδεσης με το αλιευτικό αργά το βράδυ κι ενώ ήταν σε εξέλιξη η «παρακολούθηση» του σκάφους, το Λιμενικό -με ενημέρωσή του- επιβεβαιώνει αυτά που μέχρι πριν λίγες ώρες, μέσω του εκπροσώπου του, διέψευδε. 

Συγκεκριμένα, το Σώμα γνωστοποίησε το μεσημέρι της Παρασκευής ότι περίπου στις 11 μ.μ. το βράδυ της 13ης Ιουνίου, πλήρωμα του σκάφους του Λιμενικού χρησιμοποίησε σχοινί και προσδέθηκε για λίγα λεπτά, με το αλιευτικό προκειμένου να έρθει «σε συνεννόηση με τους επιβάτες». Ωστόσο, όταν αυτή η συνεννόηση δεν κατέστη εφικτή, οι  μετανάστες έλυσαν το συγκεκριμένο σχοινί αναφέρει το Λιμενικό. 

Άλλο αφήγημα το πρωί και άλλο το μεσημέρι

Σημειώνεται πως το πρωί, μιλώντας στην ΕΡΤ, ο Νίκος Αλεξίου, εκπρόσωπος Τύπου του Λιμενικού, διέψευδε το ότι το σκάφος του Λιμενικού προσπάθησε να «δέσει» με το αλιευτικό. «Οι λιμενικοί του παράκτιου σκάφους μιλούσαν από το κατάστρωμα με τους ανθρώπους στο κατάστρωμα» αλλά και μέσω τηλεπικοινωνιών, είπε ο εκπρόσωπος και πρόσθεσε πως «δεν έγινε ποτέ καμία διαδικασία πρόσδεσης του σκάφους, ούτε από εμάς, ούτε από κάποιο άλλο πλοίο». Υποστήριξε δε, πως το μόνο που μπορεί να προσομοιάζει, είναι τα σχοινιά που χρησιμοποίησε το φορτηγό πλοίο που τους έδινε τρόφιμα. Με αφορμή κάποιες μαρτυρίες διασωθέντων ότι στο αλιευτικό σκάφος χρησιμοποιήθηκαν σκοινιά, ισχυρίστηκε ότι το Λιμενικό δεν έκανε κάτι τέτοιο, αλλά τα σχοινιά τα είχαν ρίξει ναύτες από το εμπορικό πλοίο που πέταξε εφόδια στους μετανάστες. «Οι μετανάστες που επέβαιναν στο σκάφος, για άγνωστο λόγο, μετακινήθηκαν προς μια κατεύθυνση αλλάζοντας την ευστάθεια του πλοίου με τους 750 ανθρώπους. Δεν έγινε καμία προσπάθεια πρόσδεσης τους σκάφους», δήλωσε. 

«Μέχρι να συμβεί το μοιραίο προσπαθούσαμε να τους εξηγήσουμε ότι πρέπει να τους βοηθήσουμε και πρέπει να δεχθούν τη βοήθειά μας», πρόσθεσε ο εκπρόσωπος Τύπου του Λιμενικού, επιμένοντας στην εκδοχή ότι το Λιμενικό δεν παρενέβη γιατί οι ίδιοι οι μετανάστες και οι πρόσφυγες αρνούνταν τη βοήθεια. 

Ωστόσο αργότερα, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Ηλίας Σιακαντάρης είπε, μιλώντας πάλι στην ΕΡΤ, ότι «σχοινί, όχι ρυμούλκησης, χρησιμοποίησε για λίγα λεπτά και το λιμενικό κατά την προσέγγισή του από απόσταση. Στη συνέχεια το πήραν οι επιβάτες στο αλιευτικό για λίγα λεπτά. Στη συνέχεια το πέταξαν στη θάλασσα και συνέχισαν την πορεία τους».

Η στιγμή της βύθισης δεν υπάρχει καταγεγραμμένη με κάμερα ισχυρίζεται το Λιμενικό

  Αυτές οι διαφορετικές τοποθετήσεις, προκαλούν ακόμα περισσότερα ερωτηματικά για το τι πραγματικά έγινε το μοιραίο βράδυ της βύθισης του αλιευτικού που παρέσυρε στο θάνατο -σύμφωνα με μαρτυρίες διασωθέντων- εκατοντάδες άνδρες, γυναίκες και παιδιά. Και αυτά τα ερωτήματα θα μπορούσαν να απαντηθούν, αν υπήρχε βιντεοληπτικό υλικό που να καταγράφει όλες τις κινήσεις τόσο του ίδιου του αλιευτικού όσο και των σκαφών του Λιμενικού που από τις 11 το πρωί της Τρίτης -όπως παραδέχεται το ίδιο το Σώμα- παρακολουθούσε το σαπιοκάραβο. Το αν υπάρχει ή όχι οπτικό υλικό, επίσης πρέπει να απαντηθεί πειστικά από τους αρμόδιους. 

«Κατά τη διάρκεια που έγινε η προσέγγιση την τελευταία φορά, όταν έχουμε περιστατικό προσπαθούμε να έχουμε τη δυνατότητα να επιχειρήσουμε απρόσκοπτα. Το να θέσεις μέλη του πληρώματος ανενεργά για να τραβήξουν βίντεο, δεν είναι δόκιμο», είπε ο Νίκος Αλεξίου στο «Mega» ωστόσο, επισημαίνεται πως είναι αρκετές οι φορές που σκάφη του Λιμενικού αλλά και της Frontex καταγράφουν ώρες βιντεοληπτικού υλικού από επιχειρήσεις. 

Ειδικότερα, απαντώντας σε ερώτηση για τις κάμερες που φέρει το σκάφος της Ακτοφυλακής «920», που παρακολουθούσε το αλιευτικό, ο εκπρόσωπος Τύπου του Σώματος ανέφερε ότι οι κάμερες μέρας και νυκτός «λειτούργησαν επιχειρησιακά για να βλέπουν τι γίνεται ευκρινώς» και όχι για καταγραφή, λέγοντας επίσης πως «τη στιγμή της βύθισης δεν υπάρχει καταγραφή». Επίσης, είπε ότι την ώρα που σταμάτησε η μηχανή, τα στελέχη του σκάφους τέθηκαν σε κατάσταση συναγερμού, στις 2 παρά τα ξημερώματα και πως «προτεραιότητα έχει η διάσωση και όχι κάτι άλλο».   

  Σε ότι αφορά στα ερωτηματικά που έχουν δημιουργηθεί σχετικά με το σχοινί που δέθηκε το σκάφος του Λιμενικού με το σαπιοκάραβο, το οποίο αρχικά διέψευσε και μετά παραδέχθηκε το Σώμα, ο Νίκος Αλεξίου είπε πως η «απάντηση ήταν σαφής από την πρώτη στιγμή: σε καμία φάση δεν υπήρχε καμία προσπάθεια ρυμούλκισης του πλοίου» αλλά σε μία πρώτη προσέγγιση με το πλοίο, δόθηκε ένας μικρός κάβος «να δεθούν τα δύο σκάφη, να μη “ξεσύρει”». Επειδή όμως δεν υπήρχε συνεργασία, μετά από 2-3 λεπτά, το έλυσαν μόνοι τους, έβαλαν μπροστά τις μηχανές και έφυγαν.

Μπορώ να σας βλέπω να πνίγεστε και να σας αφήνω αβοήθητους;

  Πάντως, τους ισχυρισμούς αυτούς, αμφισβητούν μια σειρά άλλων αξιωματούχων. Ενδεικτικές οι δηλώσεις του απόστρατου ναυάρχου του Λιμενικού Σώματος και πραγματογνώμονα, Νίκου Σπανού, ο οποίος, μιλώντας στην ΕΡΤ, ανέφερε ότι «το σκάφος αυτό βρισκόταν σε κίνδυνο γιατί είναι αναξιόπλοο, οι άνθρωποι είναι κρεμασμένοι σαν τα σταφύλια και είναι και ακυβέρνητο. Άρα πρέπει να δράσει άμεσα η ελληνική πολιτεία. Θα πρέπει να οργανώσει τον επιχειρησιακό της σχεδιασμό, πλωτά μέσα πρέπει να σπεύσουν στην περιοχή έτσι ώστε να μπορέσουν να αποβιβάσουν τον κόσμο σε άλλα σκάφη».Ερωτηθείς για τις δυνατές ενέργειες του Λιμενικού στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπου γίνεται λόγος για άρνηση διάσωσης, απάντησε: «Είναι σαν να μου λέτε ότι μπορώ να σας βλέπω να πνίγεστε αλλά εγώ σας αφήνω να πνίγεστε (…) Δεν ρωτάμε το προσωπικό σε ένα σκάφος που κινδυνεύει αν χρειάζεται βοήθεια. Βοήθεια χρειάζονται και με το παραπάνω, αφού το σκάφος είναι ακυβέρνητο. Έπρεπε να πράξουμε τα δέοντα. Στο Γύθειο υπήρχε σκάφος που είναι ναυαγοσωστικό».

  Κι ενώ υπάρχουν όλα αυτά τα ερωτηματικά, σε εγκύκλιό του προς τους εισαγγελικούς λειτουργούς και τους Λιμενικούς που διενεργούν αυτή τη στιγμή τις έρευνες, ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ισίδωρος Ντογιάκος ζητά, κατά την έρευνα για το πολύνεκρο ναυάγιο, να τηρηθεί μυστικότητα. 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.